Ερμηνεία: φωνάζω δυνατά
Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη Kara = μαύρος, άγριος, απαίσιος και την Ελληνική, λαλία
Παράδειγμα: Αϊλί εμέν’ τη μάρσαν επάτεσεν κι εγαραλάϊξεν.
Ενεστώτας: γαραλαΐζω Παρατατικός: εγαραλάιζα Μέλλοντας: θα γαραλαΐζω Αόριστος: εγαραλάιξα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.