Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γαραλαΐζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: γαραλαΐζω Προφορά: γαραλαΐζω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    φωνάζω δυνατά

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη Kara = μαύρος, άγριος, απαίσιος και την Ελληνική, λαλία

    Παράδειγμα:
    Αϊλί εμέν’ τη μάρσαν επάτεσεν κι εγαραλάϊξεν.

  2. κραυγάζω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    φωνάζω δυνατά

Παρατηρήσεις - Σχόλια