Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
καπνοκούρ (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: καπνοκούρ'
Προφορά: καπνοκούρ
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Ερμηνεία:
κομμάτι από κορμό δέντρου που καίγεται για πολλή ώρα και βγάζει συνήθως πολύ καπνό
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια