Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κανόναρχος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κανόναρχος Προφορά: κανόναρχος
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    αυτός που βοηθά τον ψάλτη διαβάζοντάς του το ψαλλόμενο τροπάριο

Παρατηρήσεις - Σχόλια