Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κανάλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κανάλ' Προφορά: κανάλ
  1. κανάλι, διώρυγα, αυλάκι, πόρος, πέρασμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    κανάλ(ι)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη kanal

Παρατηρήσεις - Σχόλια