Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ύα (η) [Ουσιαστικό]

Προφορά: ύα
  1. υγεία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Ύα ’κί κρύφκεται.
    2) Ύαν να έ’εις! (να έχεις υγεία)
    3) Σην ύα σ’!
    2) Ύαν να μη χορτάεις. (να μην είσαι ποτέ υγιής)
    3) Σ’ εσόν την ύαν και σ’ εμόν την κοιλίαν. (ειρωνικά κατά την πρόποση)
    4) Σην ύα σ’ κρύο νερό πίν’νε. (ειρωνικά)

Παρατηρήσεις - Σχόλια