Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χαϊμάλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χαϊμάλ' Προφορά: χαϊμάλ
  1. 1) ήταν μικρή πέτσινη θήκη, τρίγωνη ή τετράγωνη, μέσα στην οποία τοποθετούσαν πράγματα που προστάτευαν από τη βασκανία 2) φυλακτό πάνινο ή ασημένιο που έκαμνεν ο τσ̌ιντζ̌ής σχήματος τριγωνικού και είχε μέσα ευχές ή σύμβολα, προοριζόταν για τ’ αγελάδια Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

Παρατηρήσεις - Σχόλια