Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ζάρωμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ζάρωμαν Προφορά: ζάρωμαν
  1. κάμψη, λύγισμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια