Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κορδυλάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. κορδυλά̤ζω , 2. κορδυλιάζω Προφορά: κορδυλεάζω
  1. δένω κόμπο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Κορδυλία την άκραν τη σ̌κοινί' να μή συφτιλιά (ξεφτίσει).
    2) Κορδυλά̤εται η γλώσσα μ'. (μπερδεύεται η γλώσσα μου)
    3) Κορδυλά̤ζω τ' ουράδι μ'. (μαζεύομαι, σιωπώ)
    4) Κορδυλά̤ζω το ταμάρ'.
    5) Όνταν κορδυλά̤εται το ταμάρ', τρίψον ατο με το χουλέν το νερόν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια