Γραφή στην Ποντιακή: κορακωτήρι Προφορά: κορακωτήρι
κορακίνοςστενόμακρο και σε σχήμα ράμφους κοράκου σιδερένιο έλασμα που συγκρατεί κλειστή την πόρταΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παράδειγμα:
Εμέν' (γρήγορα) εκουσ̌κέθεν το κωρακωτήρι.