Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κόλφε (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κόλφε Προφορά: κόλφε
  1. κόλφος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Έκρυψεν σόν κόλφεν ατ'ς τ' ωβά.
    2) Έκαμαν (μάζεψαν πύον) τα κόλφια τς. (βυζιά της γυναίκας)
    3) Σον κόλφο σ' ξάϊ 'κ' εχάλασα, τα δύο μηλόπα σ' 'κ' είδα. (βυζιά της γυναίκας)

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

Παρατηρήσεις - Σχόλια