Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κολαεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κολαεύω Προφορά: κολαεύω
  1. παραφυλάττω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παραδείγματα:
    1) Εκολάεψαν τον ποπάν κι οντάν εκοιμέθεν, ελάγκεψαν σήν παχτσ̌έν.
    2) Άντρας ατ'ς κατ' εμυρίστεν κ' ερχίνεσεν να κολαεύ' α̤τεν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια