Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κοινωνία (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κοινωνία Προφορά: κοινωνία
  1. μετάληψη το σώμα και το αίμα του Χριστού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστιό κοινωνία = κοινότης, συμμετοχή

    Παράδειγμα:
    Ση Σουμελά την Παναγίαν θα παίρω κοινωνίαν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια