κοιμητέρ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: κοιμητέρ'
Προφορά: κοιμητέρ
-
πέτρα βαθουλωμένη στο δυτικό μέρος του τάφου με σιδερένια πόρτα μέσα στην οποία άναβαν κερί ή καντήλα για την ψυχή του αποθαμένου
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)