Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κοιμητέρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κοιμητέρ' Προφορά: κοιμητέρ
  1. πέτρα βαθουλωμένη στο δυτικό μέρος του τάφου με σιδερένια πόρτα μέσα στην οποία άναβαν κερί ή καντήλα για την ψυχή του αποθαμένου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Ποίσον και το κοιμητέρι μ' βάλλεν απέσ' καντήλαν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια