Παραδείγματα: 1) Αξία σου λιβόρι κι απάν\' έναν κοβόρι. 2) Μάστορα μαστόρεψαν, και σ̌κύλ\' κοβόρα̤ σέρεψον. (σατιρικό)
κοβόρ (το)