Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εφτάψυχος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: εφτάψυχος Προφορά: εφτάψυχος
  1. αυτός που έχει εφτά ψυχές, που πεθαίνει δύσκολα. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια