Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μωμόερος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. μωμόερος , 2. Μωμόερος Προφορά: μωμόερος
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    μεταμφιεσμένοι του Πόντου που έπαιζαν ένα θεατρικό έργο γυρίζοντας στα σπίτια

    Παράδειγμα:
    Ντο τερείτεν, ντο γελάτεν, μωμοέρεα κάτ’ ευτάτεν.

  2. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    μεταμφιεσμένος φουστανελοφόρος νέος, έθιμο κατά το οποίο δώδεκα φουστανελοφόροι νέοι, και ένας που παριστάνει τον γέρο, ένας που παριστάνει την γριά, ένας που παριστάνει τον διάβολο, ένας που παριστάνει τον αστυνομικό, και δύο που παριστάνουν τις νύφες, χορεύουν από την Πρωτοχρονιά εώς τα Φώτα σ' όλο το χωριό

    Παράδειγμα:
    Τα μωμοέρα̤ εξέβανε τα Φώτα, τ' Αγιαννί'.

Παρατηρήσεις - Σχόλια