Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

διάφορο (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: δά̤φορο Προφορά: δεάφορο
  1. όφελος, κέρδος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια