Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μυτόχειλα (τα) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μυτόχͮειλα Προφορά: μυτόσειλα
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    η μύτη και τα χείλη

    Παράδειγμα:
    Εδέκεν ατον έναν κι αιμάτωσεν τα μυτόχͮειλα τ’.

Παρατηρήσεις - Σχόλια