Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

μαμάκα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μαμάκα Προφορά: μαμάκα
  1. το ψωμί στην παιδική γλώσσα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Το ψωμίν μαμάκαν να κούεις. (να στερηθείς και αυτό το ψωμί!)

Παρατηρήσεις - Σχόλια