Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

μυτίν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μυτίν Προφορά: μυτίν
  1. μύτη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Έρ’ται ασό μυτίν, (συνώνυμο επεβγαίν’).
    2) Σύρω κα το μυτίν.
    3) Τη μαχͮαιρί’ (το μυτίν)
    4) Μυτίν ’κι ματούται.
    5) Τρέχͮ το μυτίν.
    6) Υλίζ’ το μυτίν.
    7) Σ'κών’ το μυτίν ατ’ από κατάν’. (αλαζονεύει)

  2. μύτη Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    η άκρη κάποιου πράγματος

Παρατηρήσεις - Σχόλια