Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καλπάκι (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: καλπάκι Προφορά: καλπάκι
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    1. Ερμηνεία:
    στρογγυλό κάλυμμα του κεφαλιού

    2. Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη kalpak

Παρατηρήσεις - Σχόλια