Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ψύχος (το) (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ψύχος Προφορά: ψύχος
  1. πυρετός ελώδης Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  2. ελονοσία πυρετός από ελονοσία Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια