Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ωφλαεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ωφλαεύω Προφορά: ωφλαεύω
  1. στεναχωριέμαι, στενάζω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. βγάζω κραυγή από στεναχώρια - πόνο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια