Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μύριοι (οι) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: μύριοι Προφορά: μύριοι
  1. μύριοι, ατελείωτοι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ποιητικό

    Παράδειγμα:
    Εκεί Έλληνες επέθαναν μύρια παλικάρια.

Παρατηρήσεις - Σχόλια