Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ωμόυπνος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: ωμόυπνος Προφορά: ωμόυπνος
  1. αγουροξυπνημένος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Επιπλέον ερμηνεία:
    εκείνος που δεν έχει κοιμηθεί καλά, δεν έχει χορτάσει τον ύπνο

Παρατηρήσεις - Σχόλια