Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κλίνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κλίνω Προφορά: κλίνω
  1. σκύβω, γέρνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα κλίνω.

    Παραδείγματα:
    1) Ολίγο κλίστεν κά’ τα κλαδόπα σουν και κλάψτε για τ’ εμέναν.
    2) Κλίσον και το κιφάλι σ’ όνταν διαβαίν’ άε.
    3) Κλίσκουμαι κά’ φιλώ ατεν η κόρ’ λαγκεύ’ και σκούται.

Παρατηρήσεις - Σχόλια