Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κλειδώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κλειδώνω Προφορά: κλειδώνω
  1. κλειδώνω κλείνω με κλειδί Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Κατήβ’ αφκά και άνοιξον, έβγα απάν’ και κλείδα.
    2) Εκλείδωσεν το στόμαν ατ’. (δεν μιλά καθόλου)

Παρατηρήσεις - Σχόλια