Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

λώτσος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: λώτσος Προφορά: λώτσος
  1. ανόητος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο επίθετο αγαθός - λώων - λῶστος (αγαθότατος), ότι είναι από το λώστος φαίνεται από το θηλυκό λωστάρα (αγαθιάρα - ανόητη)

    Ομόρριζο - Παράγωγο:
    λωστοπέρτς (ανόητος)

  2. αγαθιάρης Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Επίθετο τριγενή - δικατάληκτο:
    ο λώτσος, η λωστάρα καὶ λωκάρα

  3. αφελής, άβλαβος υπερβολικά αγαθός Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    1. Σχόλια:
    Υπερθετικός του επιθέτου σε δύο γένη δικατάληκτα, λώτσος και λωστάραή λωκάρα. Ανώμαλο υπερθετικό λώστος στο συγκριτικό του επιθέτου αγαθός [λώων, λώστος και εξ' αγγραματισμού λώτσος.
    [αγαθός αμείνων άριστος / αγαθός κρείττων κράτιστος / αγαθός βελτίων βέλτιστος / αγαθός λώων λώστος, λώστη, λώστον ]. Στην αττική διάλεκτο λώτσος.

    2. Παραδείγματα:
    Βρέ τον λώτσον.
    Λώτσο ορία γελούνε σε!

    3. Αναφορές:
    Ω λώστε Πώλε... ( Πλάτωνος Γοργίας 467 Β')
    Τα λώστα βουλεύων περιθείν τιτάνας... (Αισχύλου Προμηθέας 204)
    Λώστον δε το ζήν (Σοφοκλή Αποσπάσματα 356)

Παρατηρήσεις - Σχόλια