Προέλευση:
από το αρχαίο επίθετο αγαθός - λώων - λῶστος (αγαθότατος), ότι είναι από το λώστος φαίνεται από το θηλυκό λωστάρα (αγαθιάρα - ανόητη)
Ομόρριζο - Παράγωγο:
λωστοπέρτς (ανόητος)
Επίθετο τριγενή - δικατάληκτο:
ο λώτσος, η λωστάρα καὶ λωκάρα
1. Σχόλια:
Υπερθετικός του επιθέτου σε δύο γένη δικατάληκτα, λώτσος και λωστάραή λωκάρα. Ανώμαλο υπερθετικό λώστος στο συγκριτικό του επιθέτου αγαθός [λώων, λώστος και εξ' αγγραματισμού λώτσος.
[αγαθός αμείνων άριστος / αγαθός κρείττων κράτιστος / αγαθός βελτίων βέλτιστος / αγαθός λώων λώστος, λώστη, λώστον ]. Στην αττική διάλεκτο λώτσος.
2. Παραδείγματα:
Βρέ τον λώτσον.
Λώτσο ορία γελούνε σε!
3. Αναφορές:
Ω λώστε Πώλε... ( Πλάτωνος Γοργίας 467 Β')
Τα λώστα βουλεύων περιθείν τιτάνας... (Αισχύλου Προμηθέας 204)
Λώστον δε το ζήν (Σοφοκλή Αποσπάσματα 356)