Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

Λαρί (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. Λα̤ρί , 2. Λα̤ρή Προφορά: Λεαρί
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    περιφέρεια επάνω στο ομώνυμο ποτάμι με τα χωριά Καρακοτύλ, Μουρουζάντων, Θεοχαράντων, Αντωνάντων, Λιβερτάντων, Παπαδάντων, Φαρχανάντων, Γετουρμάζ, Τσ̌ακουτσ̌άντων, Μακρία, Χαμά, Τολέκ, Καπάκιλσε και Σαπρανάντων

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

    Παράδειγμα:
    Είνας ση Λα̤ρή κι άλλος ση Κιαλπα̤ρή. (πολύ μακριά ο ένας από τον άλλον)

Παρατηρήσεις - Σχόλια