Ερμηνεία:
νερουλός λαπάς από καλαμποκίσιο αλεύρι φρυγανισμένο για ανθρώπους, οπότε πολλές φορές
προσέθεταν και φασόλια (μαυροματομάλεζον). Από αφρυγάνιστο αλεύρι, πίτυρα έκαναν τροφή για τ’
αγελάδια
Σχόλια:
είδος φαγητού με αλεύρι και νερό και βούτυρο.
1. Προέλευση:
από το αττικόν μαλάττω.
2. Σχόλια:
Ενεστώτας: μαλάζω
Παρατατικός: εμάλαζα
Μέλλοντας: θα μαλάζω
Αόριστος: εμάλαξα
Προστακτική: μάλαξον!
Παράγωγα ουσιαστικο μαλαχτά ή μαλακτόν, τηγανητό έδεσμα.
3. Παράδειγμα:
Ριγομένος είμαι, έλα μάλαξον ολίγον τ' ωμία μ'. - είμαι κρυωμένος έλα κάνε με εντριβή στην πλάτη.
4. Αναφορά:
Ει τα μέν σκήτη νομίζομεν υπό ελαίου μαλαττόμενα... (Λουκιανού Ανάχαρσις 24)