Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

μαλεζοκοίλτς (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: μαλεζοκοίλτς Προφορά: μαλεζοκοίλτς
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    εκείνος που έχει κοιλιά πλαδαρή σαν μαλέζ’ δηλ. μεγάλη από πολυφαγία

Παρατηρήσεις - Σχόλια