Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μαλλίν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μαλλίν Προφορά: μαλλίν
  1. μαλλί, τρίχες Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Άλλ’ με τ’ αρδάχτ’, κι άλλ’ με την καρμενέτσαν κάμ’νε τα μαλλία.
    2) Μαλλίν ’κί δί’. (δέν αφήνει κέρδος, δέν δίνει τίποτε)
    3) Όσον τα μαλλία μ’ χρόνια να ζείς! (ευχή)

Παρατηρήσεις - Σχόλια