Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

μάλσααπης (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: μάλσααπης Προφορά: μάλσααπης
  1. ιδιοκτήτης Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Με τ’ εμά τα παράδες εγέν’τζ μάλσααπης τη ρακί’.

    Προέλευση:
    τουρκική

Παρατηρήσεις - Σχόλια