Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μαλώ [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. μα̤λώ , 2. μαλώ Προφορά: 1. μεαλώ , 2. μαλώ
  1. ψωριάζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    γίνομαι συφιλιδικός

    Ιδίωμα:
    1) Άδισσας (μα̤λώ)
    2) Σαντάς (μαλώ)

    Παράδειγμα:
    Επήεν σοί γυναίκ’ς και εμαλίασεν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια