Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μάνα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μάνα Προφορά: μάνα
  1. μητέρα, μάνα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) μάνα παιχνιδιού
    2) βασίλισσα των μελισσών, (στο Σταυρί λεγόταν και βασιλέας)
    3) Μάνα σ’ και τη δουλείας. (παράξενο πράγμα)

    Ιδίωμα:
    Νικόπολης

Παρατηρήσεις - Σχόλια