Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μαναστήρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μαναστήρ' Προφορά: μαναστήρ
  1. μοναστήρι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Εφόρτωσεν το μουλάρ’ κι εβγαίνεν σο μαναστήρ’.
    2) Τα μαναστήρα̤ επέμ’ναν ισίζκα.

    Ιδίωμα:
    Χαλδίας

  2. μοναστήρι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια