μανουσακέα (η) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: μανουσ̌ακέα
Προφορά: μανουσακέα
-
μυρουδιά μανουσακίου
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
η ευωδία από την μυρουδιά του μανουσακιού
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης