Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
μανικοκρεμάσματα (τα)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: μανικοκρεμάσματα
Προφορά: μανικοκρεμάσματα
η εξέχουσα άκρη του μανικιού
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Ποιητικό
Παράδειγμα:
(Να έχͮ) σα μανικοκρεμάσματα τη παραδείσ’ πουλόπα.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια