Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

μανίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: μανίζω Προφορά: μανίζω
  1. κατακαίω μεταβάλλω εις μανέαν Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Άν έν’ εγάπη καμονή, ας καίει με κι ας μανίζ’ με. (στίχος)
    2) Η κατάρα της μάνας καίει και μανίζ’.

  2. καίω κάτι και παράγω αιθάλη Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια