Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

μαλαεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: μα̤λα̤εύω Προφορά: μεαλεαεύω
  1. υποχωρώ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Σην βραδήν απάν εμα̤λά̤εψεν αέρα.

Παρατηρήσεις - Σχόλια