Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μακρύς (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: μακρύς Προφορά: μακρύς
  1. μακρύς Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλεόν ερμηείες:
    1) Μακρύν σ̌κοινίν μή δί’ τ’ ατεν’ σα ξύλα μη απολύτ’ατεν.
    2) Αοίκος μακρύς άνθρωπος ’κί γίνεται. (αψηλός)
    3) Εδέκεν α’ την μακρέσαν. (πέθανε, Ιδίωμα: Άδισσας)
    4) Το μακρύν. (σκοπός τραγουδιού, Ιδίωμα: Ματσούκας)
    5) Άς σα τρία το μακρύν. (το ανδρικό όργανο αναπαραγωγής)

  2. ψηλός, μακρινός Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια