Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αμαλά (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αμα̤λά̤ Προφορά: αμεαλεά
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    φόρος οδοποιίας

    Προέλευση:
    τουρκική, από το τούρκικο αμελέ

    Παράδειγμα:
    Η Τουρκία αμα̤λά̤ ν επαίρ’νεν, άμα στράτας ‘κ’ έχτιζεν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια