Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
γκιουβέτσι (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: γκιουβέτσι
Προφορά: γκιουβέτσι
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Ερμηνείες:
1) πήλινο σκεύος μεγάλο αλλά αβαθές
2) χαψία μαγειρεμένα με λάχανα, πατάτες
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
κιβάτς (το)
γκιουβέτς (το)
Παρατηρήσεις - Σχόλια