Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αμάτωτος (το) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: αμάτωτος Προφορά: αμάτωτος
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    χωρίς να ματωθεί και να τραυματιστεί

    Προέλευση:
    από το στερητικό α και το ματώνω

    Παράδειγμα:
    Αμάτωτος κανείς ‘κ’ επήεν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια