λυτάρκον (το) [Επίθετο, Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: λυτάρ'κον
Προφορά: λυτεάρκον
-
το βούτυρο που δεν γινόταν σκληρό, συμπαγές κατά το ρδουβάνισμα, αλλά χαλαρό και πολλά μικρά κομματάκια
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)