1) το βούτυρο που δεν γινόταν σκληρό, συμπαγές κατά το ρδουβάνισμα, αλλά χαλαρό και πολλά μικρά κομματάκια
2) σκοινί (Ιδίωμα: Όφεως)Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παράδειγμα:
Επαρήτε εντάμα τζαί (και) έναν λυτάρ’. (σκοινί)
το χαλαρό, το μη συμπυκνωμένοΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης