Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γαραγόλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γαραγόλ' Προφορά: γαραγόλ
  1. φυλάκιο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    σταθμός χωροφυλακής

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη karakol

    Παράδειγμα:
    Τρεί ζανταρμάδες έσαν σο γαραγόλ.

Παρατηρήσεις - Σχόλια