Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

λυριτζής (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: λυριτζ̌ής Προφορά: λυριτζής
  1. λυράρης Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Εγώ είμαι ο λυριτζ̌ής που παίζω μερακλία.
    2) Ογ’ αγαπώ τον λυριτζ̌ήν και ζουρνατσ̌ήν τον Νάνον.

  2. λυράρης ο κατ' επάγγελμα παίζων λύρα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια