Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
κασκαρίκα (η)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: κασκαρίκα
Προφορά: κασκαρίκα
Ερμηνεία: αστεϊσμός, αθώα φάρσα.
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Προέλευση:
Τουρκική από το kaskarika.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια