Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αμπάρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αμπάρ Προφορά: αμπάρ
  1. αποθήκη σιταριού, αλεύρου, κορκότων, ψωμιών Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Τη Σκόπιας τα κριθάρα̤ γομών’νε τα αμπάρα̤.

  2. αμπάρι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. αποθήκη ξύλινη για αποθήκευση σιτηρών και τροφίμων εν γένει Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    αραβική, από την αραβική λέξη embar

Παρατηρήσεις - Σχόλια